Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies. Παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους χρήσης της ιστοσελίδας και την Πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων

Οδοντιατρικός

Σύλλογος

Χαλκιδικής

Οδοντιατρικός Σύλλογος Χαλκιδικής © 2012-2018

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013 08:51

Νομική Διάσταση του Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας

logo2 arthroΗ παρούσα εισήγηση αφορά στον ελληνικό Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το υπ’ αριθμ. 39/2009 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ Α’ 55/2009).

Συγγραφείς: Εύη Αυλογιάρη, Ιωάννα Ζησιού, Άννα-Μαρία Τανισκίδου

πηγή : www.lawnet.gr

 

 

Περιεχόμενα
Α' Μέρος
1. Εισαγωγή
Β' Μέρος
  Προεδρικό Διάταγμα 39/2009 (ΦΕΚ Α’ 55/2009) «Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας»
1. Προϊσχύσαν Δίκαιο
2. Σύντομη Επισκόπηση του Π.Δ. 39/2009 (ΦΕΚ Α' 55/2009
Γ' Μέρος
  Συγκριτική Μελέτη ανάμεσα στον Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας και στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας
1. Βασικές ομοιότητες ανάμεσα στον Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας και στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας
Δ' Μέρος
  Ανάλυση των άρθρων 5, 6, 7 και 8 του Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας
1.α Συναίνεση του Ενημερωμένου Ασθενούς
1.β Ικανότητα για συναίνεση του ανηλίκου ασθενούς που έχει συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του
2. Άρνηση παροχής υπηρεσιών στο οδοντιατρικό λειτούργημα
Ε' Μέρος
  Συμπεράσματα
1. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις
Πηγές
  Νομοθεσία
  Βιβλιογραφία - Αρθρογραφία

 

Α’ ΜΕΡΟΣ

 

1. Εισαγωγή:

 Η παρούσα εισήγηση αφορά στον ελληνικό Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το υπ’ αριθμ. 39/2009 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ Α’ 55/2009) που αφορά στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των οδοντιάτρων κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους με κυριότερους στόχους τη, έκφραση του ιδεολογικού πλαισίου του συγκεκριμένου επαγγέλματος, την ενίσχυση της έννοιας της επαγγελματικής ευθύνης, τη βελτίωση της εικόνας του επαγγέλματος, την έμπνευση και την ενθάρρυνση των επαγγελματιών στην άσκηση του έργου τους, την παροχή κατευθύνσεων, την ευαισθητοποίηση και τη βελτίωση της ποιότητας παροχής υπηρεσιών και της επαγγελματικής συνοχής.

 Ο Κ.Ο.Δ. τέθηκε σε ισχύ την 01η-04-2009 και μαζί με τον ν. 1026/1980 (που είναι ο βασικός νόμος που διέπει τη λειτουργία των Οδοντιατρικών Συλλόγων και της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας), αποτελούν τη βάση του νομικού πλαισίου για την άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος. Κάθε οδοντίατρος έχει υποχρέωση να ενημερώνεται και να γνωρίζει τις διατάξεις τους, ώστε να μην υπάρχει άγνοια νόμου σε όσα ο νόμος ορίζει.

 Για τις ανάγκες της παρούσας εισήγησης, και με δεδομένο ότι ο Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας έχει πολλά κεφάλαια, επιλέξαμε να ασχοληθούμε αναλυτικότερα με τα κάτωθι θέματα:

 A) Αναδρομή στο προϊσχύσαν δίκαιο και σύντομη επισκόπηση του Π.Δ. 39/2009 (ΦΕΚ Α’ 55/2009),

 B) Διαφοροποιήσεις και ομοιότητες του Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας και του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (διαφοροποιήσεις λόγω διαφορετικότητας αντικειμένων, διαφοροποιήσεις εκσυγχρονισμού/ βελτίωσης/ συμπλήρωσης κενών, τεχνικές διαφοροποιήσεις κ.ά.),

 Γ) Ανάλυση των άρθρων που αναφέρονται στη συναίνεση του ενημερωμένου ασθενή (άρθ. 6-8 ΚΟΔ),

 Δ) Ανάλυση του άρθρου 5 Κ.Ο.Δ. που αναφέρεται στην άρνηση παροχής υπηρεσίας.

 Στο τελευταίο μέρος της παρούσης παρατίθενται ορισμένα συμπεράσματα και οι τελικές παρατηρήσεις επί του θέματος.epistrofi stin korifi

 

Β’ ΜΕΡΟΣ

  Προεδρικό Διάταγμα 39/2009 (ΦΕΚ Α’ 55/2009) «Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας».

 

 1. Προϊσχύσαν Δίκαιο.

 Νομικό έρεισμα για την έκδοση του πρώτου Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας ήταν ο αναγκαστικός νόμος 1565/1939 (ΦΕΚ Α' 16/1939) «περί κώδικος ασκήσεως του Ιατρικού Επαγγέλματος», οι διατάξεις του οποίου επεκτάθηκαν και στους οδοντιάτρους [άρθρο ΜΟΝΟ του ΒΔ 04-//1939 (ΒΔ ΦΕΚ Α 178 1939) «Περί επεκτάσεως διατάξεων τινών του υπ` αριθ. 1565/1939 Αναγκ. Νόμου "περί κώδικος ασκήσεως του Ιατρικού επαγγέλματος" και επί των Οδοντιάτρων»] . Ειδικότερα, δυνάμει του αρθ. 27 του α.ν. 1565/1939 - οι ρυθμίσεις του οποίου, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, επεκτείνονται και στους οδοντιάτρους, ανατέθηκε στον Πανελλήνιο Οδοντιατρικό Σύλλογο η κατάρτιση ενός δεοντολογικού κανονισμού των επαγγελματικών καθηκόντων και υποχρεώσεων των οδοντιάτρων, παρέχοντα και άλλους κανόνες ικανούς να περιφρουρήσουν την τιμή και την αξιοπρέπεια του οδοντιατρικού επαγγέλματος.

 Εξαιτίας, όμως, των γεγονότων που ταλάνισαν την ελληνική κοινωνία την δεκαετία του ’40 (Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, γερμανική κατοχή, εμφύλιος πόλεμος) χρειάστηκε να μεσολαβήσουν 10 περίπου χρόνια από την ψήφιση του ως άνω νόμου έως την έκδοση του Β.Δ της 11.7/5.8.1950 (ΦΕΚ Α΄ 169/1950) «Περί Δεοντολογικού κανονισμού Οδοντιάτρων». Το βασιλικό αυτό Διάταγμα ήταν ένα από τα πρώτα ολοκληρωμένα εγχειρήματα θέσπισης επαγγελματικού κώδικα δεοντολογίας και μάλιστα προηγείτο χρονικά (περίπου 5 χρόνια) του πρώτου ολοκληρωμένου Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Β.Δ. 25.05/6.7.1955). Ο Δεοντολογικός αυτός Κανονισμός των Οδοντιάτρων χάρασσε τις γενικές κατευθυντήριες αρχές άσκησης του οδοντιατρικού επαγγέλματος. Κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο κινούνταν ο Κανονισμός ήταν η ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των οδοντιάτρων. Ήταν δηλαδή ένας καθαρά επαγγελματικός κανονισμός, από τον οποίο απουσίαζε οιαδήποτε μνεία αναφορικά με την σχέση οδοντιάτρου-ασθενή, οδοντιάτρου -κοινωνίας, και γενικότερα παρέμεναν αρρύθμιστα ηθικοκοινωνικά ζητήματα.

 Οι συνεχείς επιστημονικές και κοινωνικές μεταβολές που σημειώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, επέβαλαν την δημιουργία κανόνων που συμβαδίζουν με τις επιταγές της τεχνολογικής και κοινωνικής εξέλιξης, καθώς το προηγούμενο νομοθέτημα (Β.Δ της 11.7/5.8.1950) είχε γίνει σε μία εποχή, στην οποία η άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος διέφερε σημαντικά από την σημερινή του μορφή. Στα πλαίσια αυτά, ψηφίστηκε ο Ν. 1026/1980 (ΦΕΚ Α΄ 48/1980), ο οποίος είναι ο βασικός νόμος που διέπει τη λειτουργία των οδοντιατρικών Συλλόγων και της Ελληνικής Ομοσπονδίας Οδοντιάτρων. Περίπου 12 χρόνια αργότερα, υπό το πρίσμα της ανάγκης εκσυγχρονισμού του συστήματος Υγείας, ο νομοθέτης με το Ν. 2017/1992 (ΦΕΚ Α’ 123/1992) «Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση του Συστήματος Υγείας» ανήγαγε το οδοντιατρικό επάγγελμα σε λειτούργημα και χορήγησε εκ νέου νομοθετική εξουσιοδότηση για την δημιουργία κανόνων δεοντολογίας, που πρέπει να διέπουν το οδοντιατρικό λειτούργημα, τις σχέσεις μεταξύ των λειτουργών υγείας και τις σχέσεις αυτών με τους ασθενείς.

 Κατόπιν τούτων, και 15 ολόκληρα χρόνια αργότερα, εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του αρ. 62 παρ. 1,2 του Ν. 2017/1992 το Προεδρικό Διάταγμα 39/2009 (ΦΕΚ Α’ 55/2009) «Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας», που αφορά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των οδοντιάτρων, ιδίως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.epistrofi stin korifi

 2. Σύντομη Επισκόπηση του Π.Δ. 39/2009 (ΦΕΚ Α’ 55/2009).

 Ο Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας τέθηκε σε ισχύ την 1/04/2009 και μαζί με τον ν. 1026/1980 (που είναι ο βασικός νόμος που διέπει τη λειτουργία των Οδοντιατρικών Συλλόγων και της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας), αποτελούν τη βάση του νομικού πλαισίου για την άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος. Ο Κ.Ο.Δ. αφορά στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των οδοντιάτρων κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, με κυριότερους στόχους την έκφραση του ιδεολογικού πλαισίου του συγκεκριμένου επαγγέλματος, την ενίσχυση της έννοιας της επαγγελματικής ευθύνης, τη βελτίωση της εικόνας του επαγγέλματος, την έμπνευση και την ενθάρρυνση των επαγγελματιών στην άσκηση του έργου τους, την παροχή κατευθύνσεων, την ευαισθητοποίηση και τη βελτίωση της ποιότητας παροχής υπηρεσιών και της επαγγελματικής συνοχής(στόχος εφάμιλλος με αυτόν του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας).

 Από μία πρώτη ανάγνωση του Κ.Ο.Δ., αντιλαμβάνεται κανείς τις σαφείς επιρροές του υπό εξέταση Κώδικα, τόσο από τον Ιατρικό Κώδικα Δεοντολογίας, τον όποιο έχει ακολουθήσει σε πολλά άρθρα, όσο και από τον Κώδικα Δεοντολογίας της Ολομέλειας του Συμβουλίου Ευρωπαίων Οδοντιάτρων για τους οδοντίατρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης, είναι προφανής η συμβολή της Ελληνικής Ομοσπονδίας Οδοντιάτρων μέσω του υπ’ αρ 263.Φ.45,50/13.3.2006 γνωμοδοτικού εγγράφου της, το οποίο λήφθηκε υπ’ όψιν κατά την σύνταξη του ως άνω διατάγματος. Η συμμετοχή της ως άνω επαγγελματικής Ομοσπονδίας καθιστά τον εν λόγω Κώδικα περισσότερο πρακτικό. Παρατηρούμε δε, ότι οι κανόνες ηθικής και δεοντολογίας που θα πρέπει να εφαρμόζει ο οδοντίατρος κατά την άσκηση του επαγγέλματος έχουν απασχολήσει τον κλάδο διεθνώς. Όπως αναφέρει σε κείμενό του ο αναπληρωτής καθηγητής Οδοντιατρικού Τμήματος ΑΠΘ, κ. Σ. Κάλφας, «Οι συνεχείς αλλαγές στις κοινωνικές δομές, καθώς και στον επαγγελματικό χώρο, κρατούν επίκαιρες τις συζητήσεις σχετικά με το δεοντολογικό πλαίσιο που αρμόζει σε θέματα περίθαλψης και νοσηλευτικών παροχών γενικά. Αν και η ηθική/δεοντολογική θεώρηση της σχέσης ανάμεσα σε νοσηλευτικό προσωπικό και τον ασθενή είναι διαχρονική, η άσκηση της οδοντιατρικής σαν εφαρμογή συγκεκριμένων τρόπων περίθαλψης επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες όπως η συντρέχουσες υποδομές υγειονομικής περίθαλψης και οι οικονομικές δυνατότητες. Κατά συνέπεια, οι αλλαγές που επέρχονται σε αυτούς του παράγοντες επιφέρουν μεταβολές στον τρόπο άσκησης του επαγγέλματος που όμως για κανέναν λόγο δεν θα πρέπει να έρχονται σε σύγκρουση με τις ηθικές αρχές που διέπουν την παροχή οδοντιατρικής περίθαλψης.».epistrofi stin korifi

 

Γ’ ΜΕΡΟΣ

Συγκριτική Μελέτη ανάμεσα στον Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας και στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας.

 

1. Βασικές Ομοιότητες και Διαφορές ανάμεσα στον Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας και στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας.

Ειδικότερα, αναφορικά με τη συγκριτική μελέτη που επιχειρείται ανάμεσα στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005, εφεξής «Κ.Ι.Δ.») και στον Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας (ΠΔ. 39/2009, εφεξής «Κ.Ο.Δ.»), παρατίθενται τα εξής:

Ο Κ.Ο.Δ. αποτελείται συνολικά από οχτώ (8) κεφάλαια και πενήντα ένα (51) άρθρα. Τα αντίστοιχα μέρη του Κ.Ι.Δ. είναι δώδεκα (12) κεφάλαια και σαράντα πέντε (45) άρθρα.

Αρκετά από τα άρθρα των δύο νομοθετημάτων που φέρουν ακριβώς τον ίδιο τίτλο, ομοιάζουν και ως προς το περιεχόμενο και συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στα αρχικά κεφάλαια οι «γενικοί κανόνες άσκησης του οδοντιατρικού και του ιατρικού επαγγέλματος και η άσκηση αυτών ως λειτουργημάτων» (άρθ. 1-2 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 2 Κ.Ι.Δ.), ακολουθούν οι διατάξεις για τις «σχέσεις Οδοντιάτρου / Ιατρού – Ασθενή» (άρθ. 3-5 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 8 Κ.Ι.Δ.), για το «οδοντιατρικό / ιατρικό απόρρητο» και για την «τήρηση οδοντιατρικού / ιατρικού Αρχείου» (άρθ. 11-14 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 13-14 Κ.Ι.Δ.), για τις «σχέσεις μεταξύ οδοντιάτρων / σχέσεις με συναδέλφους» (άρθ. 15-16 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 21 Κ.Ι.Δ.), για τις «σχέσεις οδοντιάτρου / ιατρού και κοινωνικού συνόλου» (άρθ. 20 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 16 Κ.Ι.Δ.), για τα «οδοντιατρικά / ιατρικά συμβούλια» (άρθ. 19 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 22 Κ.Ι.Δ.), για την «αμοιβή του οδοντιάτρου και του ιατρού» (άρθ. 39-43 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 19 Κ.Ι.Δ.), για την «διαφήμιση και την παρουσία των οδοντιάτρων και των ιατρών στο Διαδίκτυο» (άρθ. 21-24 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 17-18 Κ.Ι.Δ.), για τον «τόπο άσκησης του οδοντιατρικού / ιατρικού επαγγέλματος» (άρθ. 31 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 7 Κ.Ι.Δ.), για την «οδοντιατρική / ιατρική έρευνα, την κλινική έρευνα με νέο φάρμακο ή με νέες θεραπείες και διαγνωστικές μεθόδους, για μη θεραπευτική βιοϊατρική έρευνα, για τα οδοντιατρικά / ιατρικά πιστοποιητικά» (άρθ. 44 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 5 Κ.Ι.Δ.) για τη «δημοσιότητα των Ανακαλύψεων» (άρθ. 45-48 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 24-27 Κ.Ι.Δ.) και κλείνουν και ολοκληρώνεται το κείμενο των δύο κωδίκων με τα άρθρα «τελικές/λοιπές διατάξεις» και «προβλεπόμενες κυρώσεις» (άρθ. 49-52 Κ.Ο.Δ. και άρθ. 36-46 Κ.Ι.Δ.).

Παρά το γεγονός ότι και οι δύο κώδικες διαπνέονται από τις ίδιες βασικές ανθρωπιστικές αρχές, και γενικότερα αρχές που αποσκοπούν στην ηθική και δεοντολογικά ορθή άσκηση των δύο επαγγελμάτων, παρουσιάζουν άλλοτε εύλογες, και άλλοτε λιγότερο αντιληπτές και δικαιολογημένες διαφορές. Εύλογες είναι οι διαφορές που αφορούν στην ιδιαιτερότητα των δύο επαγγελμάτων, όπως για παράδειγμα η ύπαρξη του κεφαλαίου Θ’ στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας που αναφέρεται σε «Ειδικά Θέματα» (Ιατρικές Αποφάσεις στο Τέλος της Ζωής, Ιατρική Υποβοήθηση στην Ανθρώπινη Αναπαραγωγή, Τεχνητή Διακοπή Κύησης, Μεταμοσχεύσεις Ιστών και Οργάνων, Αιμοδοσία, Προστασία της Γενετικής Ταυτότητας), αλλά και του κεφαλαίου Η’ που αφορά στην «φροντίδα της ψυχικής υγείας (ψυχιάτρους)», και οι οποίες απουσιάζουν από τον Κ.Ο.Δ. Εξάλλου, διατάξεις που υπάρχουν στον Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας απουσιάζουν πλήρως από τον κώδικα των ιατρών, καθώς δεν θα είχαν κανένα νόημα στον δεύτερο. Μία εξ αυτών είναι η διάταξη του άρθ. 30 παρ. 1 Κ.Ο.Δ. που αφορά στην υποχρέωση του οδοντιάτρου, που έχει τίτλο αναγνωρισμένης οδοντιατρικής ειδικότητας, να φέρει κατά την άσκηση του επαγγέλματος τον τίτλο της ειδικότητάς του, εφόσον προηγουμένως, έχει καταθέσει τα σχετικά αποδεικτικά κτήσης της ειδικότητας και έχει δηλώσει ότι την ασκεί στο Σύλλογο που είναι εγγεγραμμένος. Η διαφορά αυτή οφείλεται στον προαιρετικό χαρακτήρα της ειδίκευσης των οδοντιάτρων, σε αντίθεση με το υποχρεωτικό της ειδίκευσης των ιατρών. Ομοίως, η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 Κ.Ο.Δ., που αναγράφει ότι «απαγορεύεται στον οδοντίατρο να χρησιμοποιεί οδοντοτεχνίτη ή οποιοδήποτε άλλο βοηθητικό προσωπικό για εργασία στο στόμα ασθενούς» και παρακάτω η διάταξη του άρθρου 35 Κ.Ο.Δ. «οδοντίατρος, ο οποίος αναλαμβάνει το οδοντιατρείο άλλου οδοντιάτρου, δεν μπορεί να χρησιμοποιεί το όνομα του τελευταίου σε συνδυασμό με το δικό του» δεν αντιστοιχούνται με καμία διάταξη του Κ.Ι.Δ., αλλά και δεν θα είχε νόημα να συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Υπάρχουν επίσης και κάποιες «τεχνικές» διαφοροποιήσεις, ήσσονος σημασίας, στους δύο κώδικες. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν οι διατάξεις των άρθρων 52, 50, 43 παρ. 2, 27-29, 25, 22 παρ. 3α Κ.Ο.Δ.

Σε πολλά σημεία των δύο νομοθετημάτων, και παρά την ύπαρξη παρόμοιου ή και πανομοιότυπου τίτλου κεφαλαίου ή άρθρου, εμφανίζονται ορισμένες διαφορές. Στο άρθρο 5 Κ.Ι.Δ. που πραγματεύεται τα ιατρικά πιστοποιητικά γίνεται μια εκτενής αναφορά σε αυτά, με ιδιαίτερη μνεία του κύρους και της νομικής ισχύος αυτών σε αντίθεση με τη συνοπτικότατη αναφορά στα οδοντιατρικά πιστοποιητικά (άρθ. 44 Κ.Ο.Δ.). Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι, τόσο στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας όσο και στον Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας υπάρχει το κεφάλαιο που αναφέρεται στις σχέσεις ιατρού και του με τον ασθενή, στον πρώτο όμως υπάρχουν τρία ευδιάκριτα και ιδιαίτερα σημαινόμενα άρθρα που αναφέρονται στην ιατρική ως σχέση εμπιστοσύνης και σεβασμού, στις υποχρεώσεις του ιατρού προς τον ασθενή και στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση, διεπιστημονικότητα και επαγγελματική συνεργασία. Τέτοιος διαχωρισμός δε γίνεται για τους οδοντιάτρους. Στο άρθρο 16 Κ.Ο.Δ. τίθεται ρητή απαγόρευση άσκησης οποιασδήποτε πράξης αθέμιτου ανταγωνισμού με ξεκάθαρο αλλά σύντομο τρόπο σε σχέση με το άρθρο 21 Κ.Ι.Δ., όπου στο ίδιο πνεύμα γίνεται σαφέστερη ανάλυση των όρων. Στο άρθρο 19 Κ.Ο.Δ, υπό τον τίτλο «Οδοντιατρικά Συμβούλια», και συγκεκριμένα, στις παραγράφους 4-8 επιχειρείται η ρύθμιση των σχέσεων οδοντιάτρου και θεράποντος ιατρού. Περιγραφή της αντίστροφης σχέσης δεν υπάρχει σε κανένα άρθρο του Κ.Ι.Δ. Παρ’ ότι και στους δύο κώδικες απαγορεύεται στους ιατρούς και στους οδοντιάτρους να διατηρούν περισσότερα του ενός ιατρεία και οδοντιατρεία αντίστοιχα, είτε ατομικά είτε σε συνεργασία με άλλον συνάδελφό τους, μόνο στο άρθρο 31 παρ. 4 Κ.Ο.Δ. γίνεται μνεία στη νησιωτική Ελλάδα, όπου «εφόσον συντρέχουν ειδικές συνθήκες για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου, επιτρέπεται η διπλή εγκατάσταση ύστερα από έγκριση του οικείου Οδοντιατρικού Συλλόγου». Στα θέματα δε των αμοιβών των δύο επαγγελματικών κλάδων ρυθμίζονται ρητά στους αντίστοιχους κώδικες αυτών. Ωστόσο, στο άρθρο 39 του Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας και μόνο σε αυτό γίνεται λόγος για «κατώτατη αμοιβή» βάσει του εκάστοτε ισχύοντος Προεδρικού Διατάγματος, την οποία οφείλει να σέβεται ο οδοντίατρος. Τέλος, συγκρίνοντας τα άρθρα 51 Κ.Ο.Δ. και 36 Κ.Ι.Δ. σχετικά με τις κυρώσεις που προβλέπονται, αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα, το γενικότερο και επιεικέστερο πλαίσιο κυρώσεων που προβλέπεται για τους οδοντιάτρους.epistrofi stin korifi

 

 Δ’ ΜΕΡΟΣ

Ανάλυση των άρθρων 5, 6, 7 και 8 του Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας.

 

1.α. Συναίνεση του Ενημερωμένου Ασθενούς.

Στο Π.Δ. 39/2009, και συγκεκριμένα, στο άρθρο 6 αυτού με τίτλο «Συναίνεση του ενημερωμένου ασθενή» κατοχυρώνεται το δικαίωμα ενημέρωσης, αφενός του οδοντιάτρου (άρθ. 6 παρ. 1) για τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενή με τη λήψη του ιστορικού, και αφετέρου του ασθενή από τον οδοντίατρο. Έτσι γεννάται παράλληλα η υποχρέωση του οδοντιάτρου να ενημερώνει τον ασθενή πριν από τη διενέργεια οποιασδήποτε οδοντιατρικής πράξης. Ο οδοντίατρος σύμφωνα με το άρθ. 6 παρ. 3 Κ.Ο.Δ. έχει καθήκον πλήρους ενημέρωσης. Με τον όρο «πλήρης» εννοείται πως περιεχόμενο της ενημέρωσης του ασθενούς θα πρέπει να είναι οποιοδήποτε στοιχείο που αφορά την κατάσταση του ασθενούς, το οποίο αν το γνώριζε ο ασθενής θα ήταν σημαντικό στη λήψη της απόφασης του να συναινέσει ή όχι στη συγκεκριμένη οδοντιατρική πράξη. Περιεχόμενο αυτής της ενημέρωσης είναι σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου «τα αναμενόμενα αποτελέσματα και οι συνέπειες της προτεινόμενης ή ενδεδειγμένης θεραπευτικής αγωγής, ή οι εναλλακτικές μορφές θεραπείας, οι τυχόν κίνδυνοι και τα διάφορα προληπτικά και μεταθεραπευτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν, καθώς επίσης και το συνολικό κόστος της θεραπείας. Η γνώση όλων των παραπάνω εκ μέρος του ασθενή είναι απαραίτητη για την συναίνεσή του στη συγκεκριμένη οδοντιατρική πράξη. Συναίνεση και ενημέρωση αποτελούν ένα αδιαχώριστο δίδυμο που στόχο έχει την προστασία της προσωπικότητας του ασθενούς. Ο ασθενής έχει δικαίωμα αυτοκαθορισμού σε σχέση με το σώμα του και την υγεία του. την ευθύνη αυτή φέρει ο θεράπων οδοντίατρος, όπου αποκλίσεις είναι επιτρεπτές μόνο σε περιπτώσεις επείγουσες, ή στις περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο ασθενής επιλέγει, εφόσον δεν επιθυμεί να ενημερωθεί ο ίδιος προσωπικά, να ενημερωθεί πρόσωπο της προτίμησής του (άρθ. 6 παρ. 2 εδ. Β Κ.Ο.Δ.).

Σημαντική καινοτομία του Κ.Ο.Δ. αποτελεί η παρ. 3 του άρθ. 6 του ΠΔ 39/2009, όπου ορίζεται ρητά πως ο οδοντίατρος μέσα στα πλαίσια του καθήκοντός του προς πλήρη ενημέρωση του ασθενή, έχει τη δυνατότητα να αποκρύψει ή να αποκαλύψει μέρος της αλήθειας για τη νόσο, εφόσον διαβλέπει, ότι η ενημέρωση αυτή είναι δυνατόν να προκαλέσει σοβαρή ψυχοσωματική διαταραχή στο συγκεκριμένο άτομο. Πλήρως συνειδητά, δηλαδή, παρέχεται από το νομοθέτη το δικαίωμα επιλογής στη διακριτική ευχέρεια του οδοντιάτρου. Ως σοβαρή ψυχοσωματική διαταραχή θα μπορούσε να νοηθεί εκείνη η ασθένεια, η οποία επηρεάζει τόσο το μυαλό, όσο και το σώμα. Ορισμένες σωματικές ασθένειες δύναται να προκληθούν ή να υποτροπιάσουν λόγω ψυχικών παραγόντων, όπως το στρες και το άγχος, και επηρεάζουν κατά κύριο λόγο ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με γεροντική άνοια, ασθενείς στην εφηβική και μετεφηβική ηλικία, γυναίκες σε λοχεία, αλλά και άτομα με κατάθλιψη. Στις περιπτώσεις αυτές, ο οδοντίατρος εφόσον το κρίνει, είναι δυνατόν να αποκρύψει ή να αποκαλύψει μέρος της αλήθειας. Οφείλει, όμως, να ενημερώσει πλήρως του πλησιέστερους συγγενείς του ασθενούς (άρθ. 6 παρ. 3 εδ. β Κ.Ο.Δ.), σε αντίθεση με τον Κ.Ι.Δ. (Ν. 3418/2005), όπου δε ρυθμίζεται ρητά η περίπτωση αυτή.

 Ο Νομοθέτης θέλησε να δώσει ορισμό της συναίνεσης στο άρθ. 7 παρ. 2 Κ.Ο.Δ., σύμφωνα με τον οποίο, ο ασθενής θα πρέπει να έχει ενημερωθεί, να έχει κατανοήσει, όσο το δυνατόν περισσότερο, και να έχει αποδεχτεί όλα όσα αναφέρονται στο άρθ. 6 παρ. 2 Κ.Ο.Δ.. Από την προαναφερθείσα διάταξη συνάγεται ότι η ενημέρωση του ασθενούς γίνεται με κριτήριο όχι τον μέσο λογικό ασθενή, αλλά τον συγκεκριμένο ασθενή, ο οποίος θα πρέπει να κατανοήσει όσο το δυνατόν πληρέστερα την οδοντιατρική πράξη που πρόκειται να διενεργηθεί. Θα πρέπει, δηλαδή, η ενημέρωση να είναι προσαρμοσμένη στον συγκεκριμένο ασθενή, ούτως ώστε αυτός να μπορεί να λάβει την σωστή απόφαση. Σημειώνεται δε, ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη στον Κ.Ι.Δ.

Περαιτέρω, και δεδομένου ότι η σύγχρονη οδοντιατρική έρχεται να αντιμετωπίσει και αισθητικά προβλήματα στην οδοντοστοιχία με μοντέρνες τεχνικές (π.χ. οδοντιατρική αισθητική παρέμβαση για την απόκτηση συμμετρικών και λευκών οδόντων), θα πρέπει στις περιπτώσεις αυτές η ενημέρωση του ασθενούς να είναι περισσότερο λεπτομερής, και δη, όσον αφορά όλες τις τυχόν συνέπειες και επιπλοκές αυτών των παρεμβάσεων. Εννοείται, επίσης, ότι ο οδοντίατρος θα πρέπει να φροντίζει να ενημερώνεται και να μεριμνά ώστε να αναγνωρίζει τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες του ασθενούς. Όπως ισχύει σε κάθε χειρουργική επέμβαση, έτσι και στις ανωτέρω περιπτώσεις, ο χειρουργός οδοντίατρος θα πρέπει να καταστήσει ενήμερο τον ασθενή για όλη την ιατρική διαδικασία, με τους κινδύνους και τα οφέλη κάθε διαδικασίας, τις πιθανότητες αποτυχίας και τις συνέπειες της αποτυχίας ( π.χ. δυσμορφία κ.λπ.). Φρονούμε ότι ο ιατρός, πέραν της ανωτέρω ενημέρωσης θα πρέπει να ενημερώσει τον ασθενή και για συνέπειες ή παρενέργειες της επέμβασης που η πιθανότητα επέλευσής τους είναι περιορισμένη. Έτσι, θα μπορέσει ο ασθενής να αποφασίσει αφού συγκρίνει όλους τους κινδύνους, που συνεπάγεται μία τέτοια επέμβαση, με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Γενικότερα, έχουμε τη γνώμη ότι όταν μια ιατρική πράξη δεν έχει θεραπευτικό χαρακτήρα, η ενημέρωση του ασθενούς θα πρέπει να περιλάβει και κινδύνους με ελάχιστη πιθανότητα επέλευσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κ.Ι.Δ. κάνει ειδική μνεία (άρθ. 11 παρ. 3 Κ.Ι.Δ.) στην υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς όταν πρόκειται για κοσμητική επέμβαση. Αντίθετες στα χρηστά ήθη είναι οι πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις που προσκρούουν στο αίσθημα της ευπρέπειας του δίκαια και με επιείκεια σκεπτόμενου ανθρώπου.

Σύμφωνα με το άρθ. 7 του Κ.Ο.Δ., «ο οδοντίατρος πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε οδοντιατρικής θεραπείας, πρέπει να έχει βεβαιωθεί ότι έχει τη συναίνεση του ασθενή». Για πρώτη φορά κατοχυρώνεται ο τύπος της συναίνεσης του ασθενή. Η συναίνεση σύμφωνα με το εδαφ. β της παρ. 1 του άρθ. 7 Κ.Ο.Δ. «δύναται να είναι γραπτή, όταν πρόκειται για εκτεταμένη επέμβαση, που χρήζει ολικής αναισθησίας». Πρόκειται για επεμβάσεις που γίνονται σε οργανωμένες νοσηλευτικές μονάδες από στοματικούς και γναθοπροσωπικούς χειρουργούς, με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου σε περιπτώσεις π.χ. σοβαρών τραυματισμών, όπως για παράδειγμα σε κατάγματα γνάθων. Αντίστοιχη διάταξη στον Κ.Ι.Δ. δεν υπάρχει, ενώ η ratio της ύπαρξής της στον Κ.Ο.Δ. είναι προφανώς η διασφάλιση του οδοντιάτρου, ούτως ώστε αυτός να μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη της συναίνεσης, αλλά και την προηγηθείσα ενημέρωση, αν προκύψει ανάγκη.epistrofi stin korifi

1.β Ικανότητα για συναίνεση του ανηλίκου ασθενούς που έχει συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του.

Κατά το αρθ. 8 παρ. 1 Κ.Ο.Δ., ο ασθενής που δεν έχει υπερβεί το 16ο έτος της ηλικίας του αδυνατεί να συναινέσει για την διενέργεια οδοντιατρικών πράξεων, αλλά κρίνεται απαραίτητη η συναίνεση του γονέα ή του κηδεμόνα του. Στη περίπτωση της στοματικής υγείας ενός ασθενή, κρίθηκε άξιο από το νομοθέτη να οριστεί το 16ο έτος της ηλικίας ως ανώτατο όριο ηλικίας, μετά τη συμπλήρωση του οποίου, ο ασθενής, χορηγεί ο ίδιος τη συναίνεσή του για τη διενέργεια πράξεων οδοντιατρικής φύσεως. Λαμβάνεται, δηλαδή, υπ’ όψιν, ένα αντικειμενικό κριτήριο, που είναι η συμπλήρωση του 16ου έτους της ηλικίας, ανεξάρτητα από την πνευματική και συναισθηματική ωριμότητα του εφήβου, και το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στον Αστικό Κώδικα σχετικά με την ενηλικίωση, αλλά και την παράλληλη ικανότητα για επιχείρηση δικαιοπραξίας με τη συμπλήρωση των 18 χρόνων (άρθρο 127 Α.Κ.). Σημειώνεται δε, ότι προβλέπεται υποχρεωτικά στο Κ.Ι.Δ. (άρθρο 12 παρ.2) η συναίνεση, προκειμένου να επιχειρηθούν οιοδήποτε ιατρικής φύσεως πράξεις σε ανηλίκους έως και 18 ετών, να δίδεται από αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα ή έχουν την επιμέλεια του ανηλίκου, λαμβάνοντας επικουρικά, υπ’ όψιν και τη γνώμη του εφήβου ανάλογα με την ηθική, πνευματική, και συναισθηματική ωριμότητα αυτού. Είναι δε, φανερό ότι ο Κ.Ι.Δ. ακολουθεί, όσον αφορά τη συναίνεση του ασθενούς, τις γενικές διατάξεις για τη δικαιοπρακτική ικανότητα.

Με την ως άνω ρύθμιση, ο Κ.Ο.Δ. διαφοροποιείται και φαίνεται να επιλέγει την μάλλον ελαστική λύση της σύνδεσης της ικανότητας για συναίνεση με την ωριμότητα του ανηλίκου, ιδίως, για τις απλές και όχι για τις σοβαρές οδοντιατρικές πράξεις (σφραγίσματα, καθαρισμό, τοποθέτηση ορθοδοντικού μηχανισμού-σιδεράκια κλπ), θεωρώντας ότι η συμπλήρωση των 16 ετών τεκμαίρει την απαραίτητη ωριμότητα για τις ως οδοντιατρικές πράξεις.                      

Χρήζει περαιτέρω προβληματισμού, αν σε περιπτώσεις σοβαρών οδοντιατρικών πράξεων (π.χ εμφυτεύσεις οδόντων), καθώς και σε αισθητικές-κοσμητικές επεμβάσεις, οι οποίες είναι εξαιρετικά σοβαρές και πολλές φορές η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι αδύνατη (πχ. εξαγωγή όλων των εμπροσθίων οδόντων και εμφύτευση άλλων, επικόλληση πάνω στα δόντια), θα μπορούσε να συναινέσει αποκλειστικά ο ανήλικος έφηβος άνω των 16 ετών ή θα έπρεπε σε αυτές τις περιπτώσεις να δώσουν την συγκατάθεση τους οι ασκούντες την επιμέλεια ή και τη γονική μέριμνα γονείς.

Αν ερμηνεύσουμε την ως άνω διάταξη σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου, θα έπρεπε, κατά την άποψή μας, να επιχειρηθεί συσταλτική ερμηνεία. Το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα επιτείνεται κυρίως στις σοβαρές οδοντιατρικές πράξεις, αλλά, και στις αισθητικές – κοσμητικές πράξεις, για τις οποίες δεν γίνεται αναφορά στην ως άνω διάταξη, γεγονός το οποίο ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα κατά την οδοντιατρική πρακτική.

Παρ’ όλο που δεν διευκρινίζεται στο ως άνω άρθρο (αρ.8 παρ. 1 του Κ.Ι.Δ.) εάν η συναίνεση του ασθενούς, που έχει συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας, καλύπτει κάθε είδους οδοντιατρική πράξη, διακρίνεται, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, ότι το όριο των 16 ετών τέθηκε, με τη λογική ότι στην πλειοψηφία τους οι οδοντιατρικές πράξεις είναι απλές και ο έφηβος διαθέτει την ωριμότητα και την ικανότητα να αντιληφθεί τη φύση, το σκοπό και την επικινδυνότητα της πράξης και επομένως μπορεί να συναινέσει έγκυρα στην ως άνω οδοντιατρική πράξη.

Στις περιπτώσεις των ανηλίκων μεταξύ των ηλικιών 16 και 18 ετών, θεωρούμε ότι θα ήταν ασφαλέστερο να εναρμονιστούμε με τις αντίστοιχες διατάξεις του Κ.Ι.Δ., όσον αφορά τη συναίνεση σε σοβαρότερες οδοντιατρικές επεμβάσεις καθώς και σε αισθητικές-κοσμητικές που γίνονται σε ανηλίκους. Η συναίνεση δε, να δίδεται από αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα ή έχουν την επιμέλειά του.

Η διατύπωση αυτή του άρθρου 12 β.αα) Κ.Ο.Δ. δημιουργεί αμφισβητήσεις, στις όχι σπάνιες περιπτώσεις, όπου η γονική μέριμνα -περιεχόμενο της οποίας αποτελεί και η επιμέλεια- δεν ασκείται και από τους δύο γονείς από κοινού, σύμφωνα με το άρθρο 1510 Α.Κ. (λ.χ. διάσταση ή διαζύγιο των γονέων, Α.Κ. 1513, 1514). Είναι δυνατόν ένας γονέας να ασκεί μέρος της γονικής μέριμνας, αλλά να μην έχει την επιμέλεια ( ανάθεση μόνο της επιμέλειας σε τρίτο Α.Κ. 1532,1535,1589- λειτουργική κατανομή της άσκησης της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων).

Το ερμηνευτικό πρόβλημα επιτείνεται, επειδή, ενώ γενικά γίνεται δεκτό ότι η φροντίδα για την υγεία του ανηλίκου- και ειδικότερα συναίνεση σε ιατρικές επεμβάσεις- αποτελεί περιεχόμενο της επιμέλειας (ΑΚ 1518), και επομένως δικαιούχος της συναίνεσης θα έπρεπε να είναι μόνο το πρόσωπο που ασκεί την επιμέλεια, στη νομολογία μας τείνει να επικρατήσει η άποψη ότι ορισμένα θέματα επιμέλειας, επειδή είναι ιδιαίτερα κρίσιμα για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού, ανάγονται στον «πυρήνα» της γονικής μέριμνας και συναποφασίζονται από τους δυο γονείς που είναι φορείς της γονικής μέριμνας, ανεξάρτητα από το αν μόνο στον ένα έχει ανατεθεί η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας. Σε αυτά τα θέματα του «πυρήνα» συγκαταλέγονται και οι σοβαρές ιατρικές επεμβάσεις .

Η ως άνω ερμηνεία σε συνδυασμό με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 12 παρ.2 β.αα ΚΙΔ, στο οποίο αναφέρεται ότι ειδικά στις περιπτώσεις του άρθρου 11 παρ. 3 (ειδικές επεμβάσεις, όπως μεταμοσχεύσεις, μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επεμβάσεις αλλαγής ή αποκατάστασης φύλου, αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις), επιβάλλεται να συναινέσουν οι ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου, μας οδηγεί στην ερμηνεία, ότι και για τις αντίστοιχες οδοντιατρικές αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις είναι απαραίτητο να δίδεται για τους ανηλίκους (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και αυτοί μεταξύ 16 και 18 ετών), η συναίνεση και των δύο γονιών που ασκούν τη γονική μέριμνα. Διαφορετικά υπάρχει περίπτωση ο οδοντίατρος που προχωρεί στις ανωτέρω οδοντιατρικές πράξεις, μόνο με τη συναίνεση του εφήβου, να θεωρηθεί ότι ενεργεί την οδοντιατρική πράξη χωρίς την έγκυρη συναίνεση του ασθενούς (η οποία μπορεί να καλείται και «αυθαίρετη» ιατρική πράξη). Αν επομένως, δεν υπάρχει συναίνεση, η οδοντιατρική πράξη συνιστά παράνομη σωματική βλάβη του ασθενούς, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ευθύνη του οδοντιάτρου.epistrofi stin korifi

2. Άρνηση παροχής υπηρεσιών στο οδοντιατρικό λειτούργημα.

Ο Κ.Ο.Δ., όπως ισχύει με το Π.Δ. 39/2009, καθορίζει τους δεοντολογικούς κανόνες και το νομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλείται να κινείται το οδοντιατρικό λειτούργημα. Το λειτούργημα, λοιπόν, του οδοντιάτρου βάσει του άρθρου 1 Π.Δ. 39/2009 αποσκοπεί στην εξασφάλιση της στοματικής υγείας του ανθρώπου, δηλαδή στην πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία και ανακούφιση από τον πόνο των ανωμαλιών και ασθενειών των οδόντων, του στόματος, των γνάθων και των γύρω ιστών. Η άσκηση, δε, του λειτουργήματος πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς κανόνες της επιστήμης και να χαρακτηρίζεται από απόλυτο σεβασμό στη ζωή και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια (άρθ. 1 εδ. β). Στο άρθρο 5, τίθεται το ζήτημα της δυνατότητας άρνησης του οδοντιάτρου να παράσχει τις υπηρεσίες του «όταν υπάρχουν σχέσεις με τον ασθενή που εμποδίζουν την ενσυνείδητη και απρόσκοπτη παροχή των υπηρεσιών του» και εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση κατεπείγοντος ανάγκης ή αυτής κατά την οποία θα παρέβαινε τα ανθρωπιστικά του καθήκοντα. Ως περιπτώσεις κατεπείγουσας ανάγκης θα μπορούσαν να νοηθούν όλες εκείνες οι καταστάσεις, η αναβολή των οποίων θα ελλόχευε κίνδυνο για την υγεία και ζωή του ασθενή, όπως λ.χ. οδοφαντιακό απόστημα κλπ. Έτσι, ο οδοντίατρος έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση κατεπείγοντος ή περίπτωση που θα παρέβαινε τα ανθρωπιστικά του καθήκοντα, να αρνηθεί την παροχή υπηρεσιών όταν υπάρχουν σχέσεις με τον ασθενή, που εμποδίζουν την ενσυνείδητη και απρόσκοπτη παροχή των υπηρεσιών του.

Όπως ακολουθεί στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 Κ.Ο.Δ. «ο οδοντίατρος έχει το δικαίωμα να διακόψει την παροχή των υπηρεσιών του προς τον ασθενή για τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, εφόσον όμως εξασφαλισθεί ότι θα προσφερθούν στον ασθενή οδοντιατρικές υπηρεσίες από άλλον οδοντίατρο».

Από τα παραπάνω γίνεται πλήρως κατανοητό το δεοντολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κινείται το δικαίωμα του οδοντιάτρου να αρνηθεί να παράσχει τις υπηρεσίες του.

Παρόμοιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και στους ιατρούς με τον ν. 3418/2005 (Κ.Ι.Δ.), όπου εδώ τίθεται για πρώτη φορά η λεγόμενη «ένσταση ηθικής συνείδησης». Σύμφωνα με το άρθ. 2 παρ. 5 Κ.Ι.Δ., «ο ιατρός, επικαλούμενος λόγους συνείδησης έχει δικαίωμα να μην μετέχει σε νόμιμες ιατρικές επεμβάσεις στις οποίες αντιτίθεται συνειδησιακά εκτός από επείγουσες περιπτώσεις». Ο Κώδικας το επαναλαμβάνει με άλλη διατύπωση σε πιο εξειδικευμένες περιπτώσεις της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπου σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 5 Κ.Ι.Δ. «ο ιατρός μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες και τις αρχές της ηθικής συνείδησής του και να αρνηθεί να εφαρμόσει ή να συμπράξει στη διαδικασία της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής» αλλά και στην περίπτωση της τεχνητής διακοπής της κύησης όπου στο άρθ. 31 παρ. 1 Κ.Ι.Δ. «ο ιατρός μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες και τις αρχές της ηθικής συνείδησής του και να αρνηθεί να εφαρμόσει ή να συμπράξει στη διαδικασία τεχνητής διακοπής της κύησης, εκτός αν υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της υγείας της».

Παρατηρείται, λοιπόν, πως τόσο στον Κ.Ο.Δ., όσο και στον Κ.Ι.Δ. αναγνωρίζεται το δικαίωμα στον οδοντίατρο και τον ιατρό, αντίστοιχα, να αρνηθεί την παροχή του. Στον μεν οδοντίατρο αναγνωρίζεται για λόγους που συντρέχουν στη σχέση του με τον ασθενή και εμποδίζουν την ενσυνείδητη και απρόσκοπτη παροχή των υπηρεσιών του, στο δε γιατρό καθαρά για λόγους συνείδησης. Και στις δύο περιπτώσεις, το δικαίωμα αυτό είναι άνευ λόγου, όταν συντρέχει περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης για τη ζωή του ασθενούς. Επίσης, σε αμφότερες τις περιπτώσεις παράλληλα με το εν λόγω δικαίωμα του οδοντιάτρου ή ιατρού γεννάται και υποχρέωση παραπομπής του ασθενή σε άλλον αρμόδιο ιατρό ή οδοντίατρο.

Αξιοσημείωτη είναι και στις δύο περιπτώσεις η προτεραιότητα που δίδεται στην υγεία και τη ζωή του ασθενούς, καθώς η αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας διαπνέει τόσο τον Κ.Ι.Δ., όσο και τον Κ.Ο.Δ.epistrofi stin korifi

 

Ε’ ΜΕΡΟΣ

Συμπεράσματα

 

1. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Το Προεδρικό Διάταγμα 39/2009 «Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας» αποτελεί το ισχύον νομικό και ηθικό πλαίσιο άσκησης του οδοντιατρικού επαγγέλματος. Με το παρόν Προεδρικό Διάταγμα, ο Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας του 1950 εκσυγχρονίζεται και μεταμορφώνεται σε ένα σύγχρονο νομοθέτημα που συμβαδίζει με τα δεδομένα της επιστημονικής και κοινωνικής εξέλιξης. Σε γενικές γραμμές, ο Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα πλήρες και διεξοδικό κείμενο, το οποίο περιλαμβάνει κανόνες που έχουν εφαρμογή σε σχεδόν όλα τα οδοντιατρικά περιστατικά.

Το πρόσφατο νομοθετικό προηγούμενο του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) αποτέλεσε έρεισμα, προκειμένου να συμπεριλάβει ο νομοθέτης και στον Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας ορισμένα πρωτοποριακά στοιχεία, αναγκαία για την άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος - λειτουργήματος με τα σημερινά δεδομένα.

Ειδικότερα, για πρώτη φορά στα οδοντιατρικά χρονικά, ένα νομοθέτημα αντιμετωπίζει τον ασθενή ως υποκείμενο δικαιωμάτων, αναγνωρίζοντας του το δικαίωμα στην ενημέρωση και την παροχή συναίνεσης για την διενέργεια οποιασδήποτε οδοντιατρικής πράξης, και υποχρεώνοντας, αντιστοίχως, τον οδοντίατρο να σέβεται τα δικαιώματα αυτά. 

H ανακούφιση του ασθενούς από τον πόνο που προκαλείται από τις ασθένειες των οδόντων, του στόματος, των γνάθων και των γύρω ιστών, ανήχθη, δυνάμει του άρθρου 1 του Π.Δ. 39/2009, σε καθήκον και υποχρέωση του οδοντιάτρου. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι ο πόνος του ασθενούς είναι ιδιαίτερα οξύς στα οδοντιατρικά περιστατικά, η καινοτόμος αντιμετώπιση αυτού από τον Κ.Ο.Δ ως αυτοτελούς υποχρέωσης του οδοντιάτρου, ανεξάρτητης από την θεραπεία, αποδεικνύει για ακόμη μία φορά, τον προσανατολισμό αυτού, στον άνθρωπο και στα συναισθήματα του.

Το άρθρο 20 Π.Δ. 39/2009 έδωσε νέα διάσταση στην άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος, αναδεικνύοντας το ρόλο του οδοντιάτρου μέσα στην κοινωνία. Η διάταξη αυτή, θέτει ένα γενικό πλαίσιο αρχών για την ρύθμιση της σχέσης οδοντιάτρου και κοινωνικού συνόλου και ταυτόχρονα, αποστασιοποιείται από το αυστηρό επαγγελματικό πλαίσιο του Β.Δ της 11.7/5.8.1950 (ΦΕΚ Α΄ 169/1950) «Περί Δεοντολογικού κανονισμού Οδοντιάτρων».

Δεν θα πρέπει δε, να λησμονήσουμε να αναφερθούμε στο πρωτοποριακό, για έναν Κώδικα Οδοντιατρικής Δεοντολογίας, Κεφάλαιο Η΄ του Π.Δ. 39/2009 (άρθρα 45-48), που αναφέρεται στην οδοντιατρική έρευνα και στους κανόνες που πρέπει να τη διέπουν.     

Εν κατακλείδι, θα θέλαμε να εξάρουμε για ακόμη μία φορά, τη συμβολή του Κ.Ο.Δ στη δημιουργία ενός δεοντολογικού πλαισίου για την άσκηση του λειτουργήματος του Οδοντιάτρου που συνδέεται με την ηθική πλευρά της έννοιας της ευθύνης αυτού και την ηθική δέσμευσή του να ασκεί το λειτούργημά του σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στον ως άνω κώδικα.

Κατά την άποψή μας όμως, ενδείκνυται κάθε οδοντίατρος να τηρεί τις ηθικές αρχές που τίθενται στο Κ.Ο.Δ, όχι γιατί, αυτές του επιβάλλονται, αλλά γιατί έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του χαρακτήρα του. Βίωμά του.epistrofi stin korifi

 

ΠΗΓΕΣ

Α. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ:

- Διάταγμα της 1ης Μαρτ.1926 «Περί προσκαίρου κώδικος της δεοντολογίας του Ιατρικού επαγγέλματος»

- Αναγκαστικός Νόμος 1565/1939 (ΦΕΚ Α' 16/1939) «Περί κώδικος ασκήσεως του Ιατρικού Επαγγέλματος».

- Βασιλικό Διάταγμα 04-//1939 (ΒΔ ΦΕΚ Α 178 /1939) «Περί επεκτάσεως διατάξεων τινων του υπ` αριθ. 1565/1939 Αναγκ. Νόμου "περί κώδικος ασκήσεως του Ιατρικού επαγγέλματος" και επί των Οδοντιάτρων».

- Βασιλικό Διάταγμα της 11.7/5.8.1950 (ΦΕΚ Α΄ 169/1950) «Περί Δεοντολογικού κανονισμού Οδοντιάτρων».

- Βασιλικό Διάταγμα της 25.05/6.7.1955 «Κανονισμός Ιατρικής Δεοντολογίας».

- Νόμος 1026/1980 (ΦΕΚ Α΄ 48/1980) «Περί των Οδοντιατρικών Συλλόγων, της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας (Ε.Ο.Ο.), ως και λοιπών συναφών διατάξεων».

- Νόμος 2017/1992 (ΦΕΚ Α’ 123/1992) «Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση του Συστήματος Υγείας».

-   Ν. 3418/2005 (ΦΕΚ Α’ 287/2005) «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας».

- Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3418/2005 (ΦΕΚ Α’ 287/2005) «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας», ΝοΒ 2005 (53), σελ. 2052 επ. 

- Προεδρικό Διάταγμα 39/2009 (ΦΕΚ Α’ 55/2009) «Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας».epistrofi stin korifi

Β. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ- ΑΡΘΟΓΡΑΦΙΑ:

- Γεωργιάδης Α./ Σταθόπουλος Μ., «Αστικός κώδιξ- Κατ’ άρθρον ερμηνεία», εκδ. Αφοί Π. Σάκκουλα, 1979.

- Ελληνική Οδοντιατρική Ομοσπονδία, «Συμβούλιο Ευρωπαίων Οδοντιάτρων - Κώδικας Δεοντολογίας για τους Οδοντιάτρους στην Ε.Ε.».

- Κάλφας Σ., «Ηθική και Δεοντολογία κατά την άσκηση της Οδοντιατρικής».

- M.Kαιάφα-Γκμπάντι, Ε.Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Ε.Συμεωνίδου-Καστανίδου « Ο νέος ΚΙΔ : Βασικές ρυθμίσεις , Νομική, Ιατρική και Κοινωνιολογική Προσέγγιση», Δημοσιεύματα ιατρικού δικαίου και βιοηθικής-1, Εκδόσεις Σάκκουλα.

- Σακελλαροπούλου Β., «Η ποινική αντιμετώπιση του ιατρικού σφάλματος και η συναίνεση του ασθενούς στην ιατρική πράξη», Β’ έκδοση 2011, εκδ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ.

1.  Βλ. εκτενέστερα Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3418/2005 (ΦΕΚ Α’ 287/2005) [Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας]. 

2. Άρθρο ΜΟΝΟΝ του ΒΔ 04-//1939 (ΒΔ ΦΕΚ Α 178/1939): «Αι διατάξεις του υπ`αριθ.1565/1939 Αναγκ .Νόμου "περί κώδικος ασκήσεως του Ιατρικού επαγγέλματος" εξαιρέσει των διατάξεων των άρθρ. 48-91 συμπεριλαμβανομένου και 95-109 συμπεριλαμβανομένου, επεκτείνονται και επί των ασκούντων το οδοντιατρικό επάγγελμα εν Ελλάδι».

3. Άρθρο 27 του α.ν. 1565/1939 (ΦΕΚ Α' 16/1939):«1. Ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος συντάσσει δεοντολογικόν κανονισμόν των επαγγελματικών καθηκόντων και υποχρεώσεων του ιατρού,περιέχοντα και άλλους κανόνας ικανούς να περιφρουρήσωσιν την τιμήν και αξιοπρέπειαν του Ιατρικού επαγγέλματος. 2. Ο Δεοντολογικός κανονισμός,εγκρινόμενος δια του Υπουργού της Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως τίθεται εν ισχύϊ δια Β.Δ/τος, αι διατάξεις αυτού είναι υποχρεωτικαί δια τους Ιατρούς. 3.Μέχρι της εκδόσεως του υπό των προηγουμένων παραγράφων προβλεπομένου δεοντολογικού κανονισμού εξακολουθεί ισχύον το από 1ης Μαρτ.1926 Δ/μα "περί προσκαίρου κώδικος της δεοντολογίας του Ιατρικού επαγγέλματος" εφ`όσον δεν αντίκειται εις τον παρόντα Νόμον.».

4. Βλ. εκτενέστερα Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3418/2005 (ΦΕΚ Α’ 287/2005) [Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας]. 

5. Βλ. Ν. 3418/2005 (ΦΕΚ Α’ 287/2005) «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας».

6. Ο Κώδικας Δεοντολογίας για τους Οδοντιάτρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση Ευρωπαίους υιοθετήθηκε ομόφωνα από την Ολομέλεια του Συμβουλίου Ευρωπαίων Οδοντιάτρων (ΣΕΟ) στις 30 Νοεμβρίου 2007, με τροποποιήσεις προηγούμενων εκδοχών του Κώδικα Δεοντολογίας του ΣΕΟ για τους Οδοντίατρους από το 1965,1982, 1998 και 2002. Ο εν λόγω Κώδικας θέτει γενικές αρχές άσκησης του οδοντιατρικού επαγγέλματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αρχές που απηχούν τις προδιαγραφές της επαγγελματικής συμπεριφοράς και δεοντολογίας και ενισχύουν τους υφιστάμενους σε κάθε ένα από τα κράτη μέλη δεοντολογικούς κανονισμούς. Βλ. εκτενέστερα «Συμβούλιο Ευρωπαίων Οδοντιάτρων - Κώδικας Δεοντολογίας για τους Οδοντιάτρους στην Ε.Ε.», ανακτήθηκε στις 22.01.2012.

7. Κάλφας Σ., «Ηθική και Δεοντολογία κατά την άσκηση της Οδοντιατρικής», ανακτήθηκε στις 06.02.2012.

8. Σακελλαροπούλου Β., «Η ποινική αντιμετώπιση του ιατρικού σφάλματος και η συναίνεση του ασθενούς στην ιατρική πράξη», Β’ έκδοση 2011, εκδ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ, σελ. 62.

9. Βλ. ο.π. Σακελλαροπούλου Β., «Η ποινική αντιμετώπιση..», σελ. 63

10. Βλ. εκτενέστερα Γεωργιάδης Α./ Σταθόπουλος Μ., «Αστικός κώδιξ - Κατ’ άρθρον ερμηνεία- Ι ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΡΧΑΙ», εκδ. Αφοί Π. Σάκκουλα, 1979, σελ. 179 επομ.

11. Άρθρο 12. β. αα) ν. 3418/2005 (ΦΕΚ Α’ 287/2005) «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας»: «2. β. αα) Αν ο ασθενής είναι ανήλικος, η συναίνεση δίδεται από αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα ή έχουν την επιμέλειά του. Λαμβάνεται, όμως, υπόψη και η γνώμη του, εφόσον ο ανήλικος, κατά την κρίση του ιατρού, έχει την ηλικιακή, πνευματική και συναισθηματική ωριμότητα να κατανοήσει την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο της ιατρικής πράξης και τις συνέπειες ή τα αποτελέσματα ή τους κινδύνους της πράξης αυτής». 

12. Βλ.. M. Kαιάφα-Γκμπάντι, Ε.Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, «Ο νέος ΚΙΔ: Βασικές ρυθμίσεις, Νομική, Ιατρική και Κοινωνιολογική Προσέγγιση», Δημοσιεύματα ιατρικού δικαίου και βιοηθικής-1, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 19 επομ.

13. Άρθρο 11 παρ.3 ν. 3418/2005 (ΦΕΚ Α’ 287/2005) «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας»: «3. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να καταβάλλεται κατά την ενημέρωση που αφορά σε ειδικές επεμβάσεις, όπως μεταμοσχεύσεις, μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επεμβάσεις αλλαγής ή αποκαταστάσεως φύλου, αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις».epistrofi stin korifi

πηγή : www.lawnet.gr

Ευχαριστούμε τον κ. Χάρη Ανθή για την άδεια αναδημοσίευσης του άρθρου.

 

 

Πρόσθετες Πληροφορίες

  • canonical: http://www.osxa.gr/arthrografia/nomiki-diastasi-tou-kodika-odontiatrikis-deontologias
Διαβάστηκε 502 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 01 Νοεμβρίου 2017 22:50

Σχετικά Άρθρα

Ιστορικό επισκέψεων

Σήμερα
Χθές
Αυτήν την εβδομάδα
Αυτόν τον μήνα
Συνολικά
859
1173
2032
22910
1243876

10.36%
5.79%
4.51%
0.59%
0.09%
78.66%

Η IP σας : 54.221.9.6